Τα αίτια της μικρασιατικής καταστροφής

Στο άρθρο αυτό θα εξετάσουμε τα αίτια της μικρασιατικής καταστροφής. Η αχίλλειος πτέρνα της Ελλάδας ήταν ότι από τον Νοέμβριο του 1920 και εξής πολεμούσε χωρίς την πολιτική κάλυψη των Συμμάχων. Η μεταστροφή των Συμμάχων συντελέστηκε μετά την επαναφορά του Κωνσταντίνου στο θρόνο. Η παλινόρθωση του εξόριστου μονάρχη παρέσχε μια πρώτης τάξεως αφορμή στις Δυνάμεις να απαγκιστρωθούν από τις δεσμεύσεις τους προς την Ελλάδα και να επιζητήσουν την αναθεώρηση της Συνθήκης των Σεβρών.

Η προέλαση του ελληνικού στρατού για την κατάληψη της Αγκυρας είχε ως συνέπεια οι γραμμές ανεφοδιασμού των Ελλήνων να ανοίξουν επικίνδυνα, με αποτέλεσμα και οι βάσεις να είναι έρμαια στις επιθέσεις των ατάκτων στα μετόπισθεν, αλλά και το στράτευμα, που όλο προχωρούσε προς ανατολάς, να εξαντλείται και να φθείρεται πριν από τη μεγάλη μάχη έξω από την Άγκυρα. Όσο ο ελληνικός στρατός έφευγε από τα παράλια και προχωρούσε στην ενδοχώρα, τόσο απομακρυνόταν από περιοχές με καθαρά ελληνικό και χριστιανικό στοιχείο. Πλέον τα μέρη που διέσχιζε ήταν τουρκικά. Ο Κεμάλ, με την ευστροφία που διέθετε – και δεν διαθέταμε εμείς – το εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο και παρουσίαζε τον αγώνα του ως απελευθερωτικό και αγώνα ανεξαρτησίας.

Είναι χαρακτηριστική η ανταπόκριση του Έρνεστ Χέμινγουεϊ, που κάλυπτε τότε τα γεγονότα ως απεσταλμένος της «Torondo Sun» στον πόλεμο: «Οι Έλληνες ήταν πρώτης τάξεως πολεμιστές και σίγουρα κάμποσα σκαλοπάτια παραπάνω από τον στρατό του Κεμάλ. Αυτή είναι η άποψη του Γουίταλ. Πιστεύει ότι οι τσολιάδες θα είχαν καταλάβει την Άγκυρα – και θα είχαν τελειώσει τον πόλεμο – αν δεν είχαν προδοθεί. Όταν ο Κωνσταντίνος ήρθε στην εξουσία, όλοι οι Έλληνες αξιωματικοί που ήταν σε επιτελικές θέσεις υποβαθμίστηκαν αμέσως σε χαμηλότερα πόστα. Πολλοί απ? αυτούς είχαν πάρει τα γαλόνια τους με ανδραγαθήματα στο πεδίο της μάχης. Ήταν έξοχοι πολεμιστές και σπουδαίοι ηγέτες. Αυτό δεν εμπόδισε το κόμμα του Κωνσταντίνου να τους διώξει και να τους αντικαταστήσει με αξιωματικούς που δεν είχαν ακούσει ποτέ τους να πέφτει ούτε μια ντουφεκιά. Αυτό είχε αποτέλεσμα να σπάσει το μέτωπο».

Οι Γάλλοι και φυσικά οι «σύμμαχοι» Ιταλοί έπαιξαν έναν άθλιο ρόλο εις βάρος των Ελλήνων. Έναν ρόλο τον οποίο η ηγεσία που διαδέχθηκε τον Βενιζέλο, αποδέχτηκε χωρίς αντίδραση. Μυστικά στην αρχή, απροκάλυπτα αργότερα, εφοδίαζαν τον Κεμάλ με χρήματα και πολεμικό υλικό, με αντάλλαγμα νέες συμφωνίες. Οι Τούρκοι στον Νότο έβρισκαν καταφύγιο μέσα στις ιταλικές γραμμές. Έβγαιναν, χτυπούσαν, έκαιγαν χωριά, δολοφονούσαν με ιταλικά όπλα και μετά, έμπαιναν πάλι στις γραμμές των συμμάχων και γειτόνων μας Ιταλών.

Η χρηματοδότηση του πολέμου αποτελούσε μεγάλο πρόβλημα για τις ελληνικές κυβερνήσεις. Για να γίνει κατανοητή η τάξη μεγέθους των εξόδων της εκστρατείας, αρκεί να αναφέρουμε ότι το συνολικό ποσό για την κάλυψη των δαπανών από το Μάιο του 1919 μέχρι τον Δεκέμβριο του 1920 ανέρχονταν σε 1.018.012.000 γαλλικά φράγκα, ενώ οι συμμαχικές πιστώσεις που είχε διασφαλίσει ο Βενιζέλος για το 1918, ανέρχονταν στα 850.000.000 γαλλικά φράγκα, χωρίς ωστόσο να είναι άμεσα ρευστοποιήσιμες, όπως και οι νέες πιστώσεις που έλαβε από Αγγλία-Γαλλία ύψους 100.000.000 γαλλικών φράγκων για το 1919. Η εκστρατεία εξελίχθηκε οικονομικά δυσβάσταχτη για το Ελληνικό κράτος αφού κόστιζε 8.000.000 δραχμές ημερησίως.

Οι Μπολσεβίκοι της κομμουνιστικής πλέον Ρωσσίας, υπόγραψαν με τον Κεμάλ τη Συνθήκη της Μόσχας (Μάρτιος 1921).Η συνθήκη εκτός των άλλων προεβλεπε οικονομική και στρατιωτική βοήθεια στην Τουρκία. Η σοβιετική βοήθεια παρασχέθηκε σε δύο βασικές φάσεις. Η πρώτη φάση της βοήθειας, που δόθηκε τον Σεπτέμβριο του ?20, συνίστατο σε 1 εκ. χρυσά ρούβλια και σε 200,6 κιλά χρυσού. Στις τρέχουσες τιμές εποχής τα δύο ποσά ισοδυναμούσαν σε 0,5 εκ. δολλάρια και περίπου 140.000 δολλάρια (138.000) αντίστοιχα. Σε σύγχρονες τιμές τα ποσά αυτά αντιστοιχούν σε 50 εκ. δολλάρια (ΗΠΑ) και 14 εκ. δολλάρια αντίστοιχα, δηλαδή ένα σύνολο 65 εκ. δολλαρίων.

Η δεύτερη φάση της βοήθειας, αυτή που δόθηκε τμηματικά από τον Απρίλιο του ?21 μέχρι τον Μάιο του ?22 ανερχόταν συνολικά σε 10 εκ. χρυσά ρούβλια, που αντιστοιχούσαν σε 5 εκ. δολλάρια (ΗΠΑ) της εποχής και που ισοδυναμούν με περίπου 500 εκ. δολλάρια ΗΠΑ σε σημερινές τιμές. Έτσι, το σύνολο της οικονομικής βοήθειας προς τους κεμαλικούς ανέρχεται χοντρικά σε 5,64 εκ. δολλάρια της εποχής εκείνης ή σε 564 εκ. σημερινά δολλάρια ΗΠΑ. Πέραν της χρηματικής βοήθειας, η τουρκο-σοβιετική συμφωνία αφορούσε και την παροχή υλικής υποστήριξης προς τους κεμαλικούς, βοήθεια για την οποία υπάρχει λιγότερο σαφής εικόνα, τουλάχιστον ως προς συγκεκριμένους τύπους που αυτή αφορούσε.

Κατά την πρώτη φάση στις κεμαλικές δυνάμεις παραδόθηκαν το καλοκαίρι του 1920 6.000 τυφέκια, περισσότερα από 5 εκατομμύρια σφαίρες ελαφρού οπλισμού και 17.600 βλήματα πυροβολικού. Οι παραδόσεις σταμάτησαν το Νοέμβριο του 1920 εξ αιτίας της τουρκικής εισβολής στην Αρμενία, αλλά επανελήφθησαν τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους. Και η υλική βοήθεια δόθηκε, κατ΄αντιστοιχία με την οικονομική, σε δύο φάσεις: με την μονογραφή της συμφωνίας του Αυγούστου του 1920 το πρώτο και λιγότερο σημαντικό μέρος, και μετά την υπογραφή της συμφωνίας του Μαρτίου του ?21 το μείζον μέρος της.

Η δεύτερη και σημαντικότερη φάση της παροχής βοήθειας ξεκίνησε μετά τη συνθήκη του Μαρτίου του 1921. Στο πλαίσιο της συμφωνίας αυτής εστάλησαν προς την Τουρκία από το 1921 έως το 1922 μέσω των λιμένων του Νοβοροσίσκ, της Τοπσίδας (Τουάπσε) και του Μπατούμι πολεμικός εξοπλισμός που συνίσταται σε 33.275 τυφέκια, 327 πολυβόλα, 63 εκατομύρια φυσίγγια, 54 πυροβόλα, 130.000 βλήματα πυροβολικού, 20.000 αντιασφυξιογόνες προσωπίδες, 1500 σπάθες και μεγάλη ποσότητα λοιπού εξοπλισμού. Τα πολυβόλα που παραχωρήθηκαν επαρκούσαν για τον εξοπλισμό περίπου 9 μεραρχιών, ενώ τα τυφέκια επαρκούσαν για τον εξοπλισμό περισσοτέρων από 6 μεραρχίες. Στις 3/10/1921 παραχωρήθηκαν από τη σοβιετική κυβέρνηση στους κεμαλικούς στην Τραπεζούντα τα αντιτορπιλικά ?Jivoy? (Ζιβόυ) και ?Jutkiy? (Ζούτκιυ). Πέραν του πολεμικού εξοπλισμού, η σοβιετική κυβέρνηση παραχώρησε τον εξοπλισμό για δύο εργοστάσια παρασκευής πυρίτιδας καθώς και τον εξοπλισμό και την τροφοδότηση με πρώτες ύλες για ένα εργοστάσιο πυρομαχικών, πιθανότατα κατά το 1922. Από τους Γάλλους οι Τούρκοι αγόρασαν 1.500 οπλοπολυβόλα και 400 φορτηγά «Berliet» των 3 τόνων, ενώ υπογράφτηκε συμφωνία με Ιταλούς αντιπροσώπους της Fiat για την προμήθεια 150 αυτοκινήτων. Οι Γάλλοι ίδρυσαν στα Άδανα εργοστάσιο πυρομαχικών. Επίσης έγινε προμήθεια 50 αεροπλάνων, αναγνωριστικών και καταδιωκτικών.

Κατά την διάρκεια της μικρασιατικής περιπέτειας το ελληνικό κράτος διεπραξε 11 τραγικά λάθη

1) Ο Ελ. Βενιζέλος, αναζήτησε νέα λαϊκή εντολή, προ της δύσκολης αποφάσεως για έναρξη των επιχειρήσεων προς ανατολάς. Διαψεύσθηκε όμως από το αποτέλεσμα των εκλογών της 1ης Νοεμβρίου 1920. Η προσφυγή στις εκλογές του καταλογίζεται από πολλούς ως μεγάλο λάθος. Πολιτικά παιχνίδια με πολεμικές επιχειρήσεις σε εξέλιξη δεν παίζονται. Η εξουσία πέρασε σε προσωπικότητες μικροτέρων ικανοτήτων και διεθνούς αναγνωρίσεως.

2) Επάνοδος του βασιλέως Κωνσταντίνου. Το δημοψήφισμα της 22ας Νοεμβρίου 1920, με το οποίο ο βασιλέας επανήλθε, παρά τη δήλωση Αγγλίας, Γαλλίας και Ιταλίας, ότι η επαναφορά θα προκαλούσε “νέα δυσμενή κατάσταση όσον αφορά τις μεταξύ των Συμμάχων και της Ελλάδος σχέσεις”.

3) Τα πολιτικά πάθη – κομματικοποίηση των στρατιωτικών στελεχών. Τα έντονα πολιτικά πάθη και το αμοιβαίο μίσος που δημιούργησαν μεταξύ των δύο παρατάξεων (βενιζελικών και βασιλικών) . Ιδιαίτερα όσον αφορά στο στράτευμα, ο Διοικητής της Στρατιάς Μ.Α. Αντιστρατήγος Α. Παπούλας σε έκθεσή του προς τον τότε Υπουργό των Στρατιωτικών, αναγράφει ότι “Παραδόξως όμως, υπό του νέου καθεστώτος ήρξατο η αθρόα επαναφορά τούτων ανεξαιρέτως (σημ: εννοεί αποστρατευθέντες και αποταχθέντες αξιωματικούς) ως εάν ενεργείτο εκταφή και ανάστασις νεκρών”. Με αυτήν την αναταραχή στο στράτευμα, ξεκινούσε η Στρατιά για τις επιχειρήσεις του Μαρτίου 1921.

4) Πολιτική αστάθεια και ατολμία πολιτικών ηγεσιών.Η πολιτική εξουσία, που προέκυψε από τις εκλογές του Νοεμβρίου 1920, ήταν απόλυτα ασταθής και χωρίς στρατηγική. Σε όλη τη διάρκεια της διετίας, μέχρι την καταστροφή, ήταν σε συνεχή αμφιβολία, αν θα έπρεπε να συνεχίσει την εκστρατεία, τον πόλεμο ή να τον σταματήσει . Όταν δε ομιλούμε για την πολιτική εξουσία, πρέπει να έχουν υπόψη μας ότι, μετεκλογικά και μέχρι την καταστροφή, δηλαδή σε διάστημα λιγότερο των δύο ετών (Νοέμβριος 1920 – Σεπτέμβριος 1922) είχαμε έξι κυβερνήσεις. Μάλιστα η κυβέρνηση του ενός εξ αυτών (Ν. Στράτου) είχε διάρκεια μόλις δύο ημερών. Είναι αυτονόητο ότι αφού η νέα κυβέρνηση, επέλεξε τη συνέχιση της εκστρατείας και έθεσε σαν σκοπό τον εξαναγκασμό του Κεμάλ να υπογράψει ειρήνη, αποδεχόμενος τις προβλέψεις της Συνθήκης των Σεβρών, θα έπρεπε να συνδράμει τη Στρατιά με όλα τα μέσα, ιδιαίτερα με την επιστράτευση νέων κλάσεων και να επιδιώξει πάση θυσία το σκοπό. Αντί αυτού απωλέσθη χρόνος έξη μηνών, δώρο στον Κεμάλ, που του επέτρεψε να ισχυροποιηθεί πολιτικά και κυρίως στρατιωτικά. Από την πλευρά της οικονομίας η υποστήριξη προς τη Στρατιά ήταν ανεπαρκής. Η χώρα είχε εξαντληθεί οικονομικά από τη συνεχή μακροχρόνια πολεμική της δραστηριότητα, από το 1912, με την έναρξη του Α΄Βαλκανικού Πολέμου. Οι ανάγκες ήσαν δυσβάσταχτες και η έκδοση ακαλύπτου χαρτονομίσματος, η επιβολή νέων φόρων και η τελική διχοτόμηση του χαρτονομίσματος (1922) ουδέν απέφεραν.

5) Ακατάλληλη στρατιωτική Ηγεσία. Την πολιτική ηγεσία βαρύνει η εκλογή ως αρχιστρατήγου του Αντιστρατήγου Γ. Χατζανέστη, στην πιο κρίσιμη φάση της εκστρατείας. Και φυσικά η αποτυχημένη επιλογή δεν έχει σχέση με την επαγγελματική επάρκεια του επιλεγέντος, αλλά με τον ίδιο τον χαρακτήρα του και τις αντιδράσεις που προκαλούσε στο στράτευμα, ιδιαίτερα μεταξύ των αξιωματικών.

6) Η βασιλική οικογένεια σε στρατιωτικό ρόλο. Η παρουσία στο μέτωπο και στο Επιτελείο της Στρατιάς, των μελών της βασιλικής οικογένειας καταλογίζεται στα λάθη της πολιτικής ηγεσίας που το επέτρεψε. Είναι δε γνωστή και η απειθαρχία του βασιλόπαιδος Ανδρέου , ως Διοικητού του Β΄ Σώματος Στρατού, για την οποία παραπέμφθηκε αργότερα σε δίκη, αποτάχθηκε και εξορίστηκε.

7) Οι στρατιωτικές ευθύνες και λάθη στρατηγικής και τακτικής. Η στρατιωτική ηγεσία ώφειλε να υποδείξει στην κυβέρνηση, όπως εξελίσσοντο τα πολιτικά πράγματα, με τόλμη και με αδιάσειστα στοιχεία την πραγματική στρατιωτική κατάσταση και τα όρια των στρατιωτικών δυνατοτήτων. Και αυτό δεν έγινε. Είτε από υπερεμπιστοσύνη, είτε από υποτίμηση του αντιπάλου, η Στρατιά, φαίνεται ότι ανέλαβε τις επιχειρήσεις, χωρίς να έχει σταθμίσει παράγοντες και επόμενο βήμα. Και αν αυτό στην πολιτική μπορεί να συμβαίνει, διότι τα όριά της είναι ευρύτερα και λιγότερο προσδιορίσιμα, στο στρατιωτικό πεδίο τα πράγματα ακολουθούν αριθμητική λογική και είναι μετρήσιμα, συγκρίσιμα και πάντως τίποτε δεν επιτρέπεται να αφήνεται στην τύχη. Για παράδειγμα είναι περίεργο το ότι δεν φαίνεται να απασχόλησε ποτέ τους στρατιωτικούς ηγήτορες το θέμα της διατήρησης των καταλαμβανομένων εδαφών.

8) Καθυστέρηση αποφάσεως ενάρξεως επιχειρήσεων από την κυβέρνηση.Η κυβέρνηση αποφάσισε το Μάρτιο του 1921 να επιχειρήσει κατά των Τούρκων, με όποιες δυνάμεις διέθετε η Στρατιά, προς κατάληψη της γραμμής Εσκή Σεχήρ ? Κιουτάχεια ? Αφιόν Καραχισάρ, στο εσωτερικό της Τουρκίας με σκοπό να καταστραφεί ο στρατός του Κεμάλ. Τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν σύμφωνα με τις προβλέψεις. Η Στρατιά στην κυριολεξία αιφνιδιάστηκε από την αντίδραση των Τούρκων στο πεδίο των επιχειρήσεων. Ο τουρκικός στρατός δεν ήταν πλέον εκείνος που είχαν αντιμετωπίσει τα ελληνικά τμήματα όταν πρωτόφθασαν στη μικρασιατική γη ή και αργότερα, όταν διεξήγαγαν επιχειρήσεις προς διεύρυνση των κατεχομένων και έφθασαν μέχρι Νικομηδείας, Προύσσης και Ουσάκ. Πέραν όμως του αιφνιδιασμού, η Στρατιά Μ.Α. δεν είχε πλέον υπέρ αυτής και την υπεροχή δυνάμεων. Το ισοζύγιο είχε αρχίσει να κλίνει υπέρ της Τουρκίας. Από τις επιχειρήσεις του Μαρτίου 1921 η Στρατιά αντιλήφθηκε, ότι δεν θα μπορούσε να συνεχίσει χωρίς σοβαρή ενίσχυση των δυνάμεών της. Με πίεση προς την κυβέρνηση πέτυχε την επιστράτευση και άλλων κλάσεων, αλλά και την επιστράτευση των Ελλήνων της Μικράς Ασίας. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα το διπλασιασμό της δύναμης της Στρατιάς, σε χρονικό όμως σημείο που τελικά δεν επέφερε το ζητούμενο αποτέλεσμα. Τον Ιούνιο λοιπόν του 1921, με τη Στρατιά ενισχυμένη πλέον, επαναλήφθηκαν οι επιχειρήσεις προς κατάληψη της γραμμής Εσκή Σεχήρ ? Κιουτάχεια ? Αφιόν Καραχισάρ. Η Στρατιά από ελλιπή πληροφόρηση πίστευε ότι οι επιχειρήσεις αυτές θα κατέληγαν στην εκμηδένιση του τουρκικού στρατού. Έτσι δεν μελετήθηκε από την Στρατιά η περίπτωση της σκόπιμης υποχώρησης του όγκου των δυνάμεων του αντιπάλου και της διαφυγής τους προς Άγκυρα. Καταλήφθηκε η γραμμή Εσκή Σεχήρ ? Κιουτάχεια ? Αφιόν Καραχισάρ, αλλά ούτε η εκμηδένιση του τουρκικού στρατού είχε επιτευχθεί, ούτε φυσικά και το ζητούμενο, η συνθηκολόγηση.

9) Η συνέχιση των επιχειρήσεων προς Άγκυρα. Εφόσον πολιτική λύση δεν υπήρχε, σε σύσκεψη υπό την προεδρία του Βασιλέως Κωνσταντίνου στην Κιουτάχεια, τη 15η Ιουλίου 1921, αποφασίσθηκε η προέλαση προς Άγκυρα. Το βάθος της επιχείρησης, η επέκταση των γραμμών εφοδιασμού και υποστήριξης και τα πιθανά ενδεχόμενα εκ της εξελίξεως των επιχειρήσεων δεν είχαν επαρκώς μελετηθεί. Ο ελλιπής ανεφοδιασμός και οι απώλειες μαχητών, χωρίς δυνατότητα αναπλήρωσής τους, υπενόμευσαν την αντοχή του στρατεύματος . Έκτοτε άρχισε η αντίστροφη μέτρηση. Η Στρατιά Μ.Α. επέλεξε την αποχώρηση και την επάνοδο στη γραμμή Εσκή Σεχήρ Κιουτάχεια ? Αφιόν Καραχισάρ. Η κυβέρνηση ουδεμία έφερε αντίρρηση.Ο Κεμάλ, εκτιμώντας καλά το στρατιωτικό, αλλά και το διπλωματικό περιβάλλον και πεισθείς ότι η καλή μοίρα εφεξής θα ήταν παρά το πλευρό του, άρχισε να προετοιμάζεται για την γενική επίθεσή του. Η προετοιμασία διήρκεσε περίπου ένα χρόνο και η επίθεση εκδηλώθηκε στις 13 Αυγούστου 1922.

10) Το Στρατηγείο της Στρατιάς παρέμεινε στη Σμύρνη.Ένα από τα παράδοξα είναι ότι το Στρατηγείο της Στρατιάς Μ.Α. παρέμεινε πάντοτε στη Σμύρνη, σε απόσταση 300-400 χιλιομέτρων από την αμυντική τοποθεσία. Έτσι δεν είχε αυτό που αποκαλούμε σήμερα «πληροφορίες μάχης πραγματικού χρόνου» (real time intelligence), με αποτέλεσμα και αν οι πληροφορίες που αποκτούσε ήσαν σωστές, τις περισσότερες φορές ήσαν εκτός χρόνου. Δεν είναι λοιπόν απορίας άξιο ότι η κυβέρνηση την 22α Αυγούστου αντικατέστησε τον Αρχιστράτηγο Γ. Χατζανέστη με τον Διοικητή του Α΄ Σώματος Στρατού Υποστράτηγο Ν. Τρικούπη, αγνοώντας ότι αυτός ήταν ήδη αιχμάλωτος των Τούρκων.

11) Εδώ πρέπει να σημειωθεί επίσης πως ο Ελληνισμός είχε ένα όπλο που ποτέ του δεν χρησιμοποίησε και αυτό ήταν οι Πόντιοι αντάρτες που ήταν ουσιαστικά στην πλάτη όχι μόνο των Οθωμανών αλλά και του ίδιου του Κεμάλ. Όχι μόνο δεν έστειλε στρατό να αποβιβαστεί από τα βόρεια της Μικράς Ασίας, αλλά άφησε τους Ποντίους κυριολεκτικά στην τύχη τους. Χαρακτηριστικό είναι μάλιστα ένα περιστατικό στο οποίο περιγράφεται η συνάντηση μίας ποντιακής αντάρτικης ομάδας τον Ιούνιο του 1921 με τον αρχιστράτηγο Παπούλα. Η συνάντηση έγινε στην θέση Ιλνάρ Κατραντζί λίγα χιλιόμετρα ανατολικά του Σαγγαρίου. Περίπου 20 Πόντιοι μαχητές διασπούν τις τουρκικές γραμμές και συναντώνται με τον ελληνικό στρατό για να ζητήσουν βοήθεια.Οι αντάρτες προσέφεραν 3960 χρυσές λίρες προς ενίσχυση του στρατεύματος που είχαν μαζέψει μετά από έρανο των κατοίκων των χωριών του Τοπ Τσαμ. Ζήτησαν όμως πολεμοφόδια, τυφέκια καθώς και ένα σύνταγμα πεζικού και μία μικρή δύναμη πεζικού. Οι αντάρτες υποστήριξαν πως οι δυνάμεις αυτές ήταν αρκετές προκειμένου όταν ενώνονταν μαζί με τις πολλές διάσπαρτες αντάρτικες ομάδες, να χτυπήσουν τον κεμαλικό στρατό από τα νώτα του.Ο Παπούλας την κρίσιμη εκείνη στιγμή αρνήθηκε επικαλούμενος γραφειοκρατικές αγκυλώσεις αφήνοντας μία σημαντική ευκαιρία συνεργασίας με τον ποντιακό ελληνισμό για να έρθει εις πέρας το τιτάνιο έργο που είχε αναλάβει η Ελλάδα. Σημειώνεται πως οι ομάδες των Ποντίων μόνο μη υπολογίσιμες δεν ήταν. Πέραν από τις πάμπολλες επιτυχίες τους απέναντι σε υπέρτερες τουρκικές δυνάμεις, υπολογίζεται πως το 1921 οι Πόντιοι αντάρτες ανέρχονταν περίπου στους 15.000 άνδρες.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.