To 1831 η αντιπαράθεση Καποδίστρια – «Σύνταγματικών” έλαβε μια Ευρωπαϊκή χροιά καθώς σε διεθνές επίπεδο υπήρχε ένταση στις σχέσεις της Ρωσίας με την Αγγλία και την Γαλλία λόγω των διεθνών επιπλοκών στα Ιταλικά κρατίδια στο Βέλγιο και στην Πολωνία. Οι «Συνταγματικοί” θεώρησαν πως η διεθνής συγκυρία τους ευνοούσε και έτσι ξέσπασε στην Μάνη στα τέλη του 1830 μια ισχυρή εξέγερση, η οποία νικήθηκε γρήγορα από τους κυβερνητικούς με τον Κανάρη να συλλαμβάνει τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη ως βασικό υποκινητή και να τον φυλακίζει στο Ναύπλιο. Τον Μάιο του 1831 οι Υδραίοι διώχνουν τις κυβερνητικές αρχές από το νησί τους και την διακυβέρνηση του αναλαμβάνει μια επταμελής επιτροπή ( μέλη της ήταν ο Δημήτριος Βούλγαρης, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο Γεώργιος Κουντουριώτης, ο Β. Μπουντούρης, ο Ν. Οικονομου, ο Α. Κριεζής και ο Μανώλης Τομπάζης). Το ίδιο συνέβη και στην Σύρο που ήταν σταθερή σύμμαχος της Ύδρας. Η δημοτικότητα του Καποδίστρια είχε μειωθεί ραγδαία, αλλά το σημαντικότερο όλων ήταν ότι υπήρχαν ισχυρές ενδείξεις ότι Αγγλία και Γαλλία υπέθαλπαν μυστικά τους αντικυβερνητικούς.

Ο Καποδίστριας δεν έμεινε αδρανής, αλλά κινήθηκε μεθοδικά να αντιμετωπίσει την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί και υπονόμευε την εξουσία του και τις προσπάθειες του. Αρχικός απείλησε την ηγεσία των νησιών που είχαν αποστατήσει ότι δεν θα τους παρείχε ταξιδιωτικά έγγραφα για τα εμπορικά πλοία τους και έτσι θα αδυνατούσαν να συνεχίσουν τις εμπορικές τους δραστηριότητες. Αμέσως μετά εξασφάλισε την (έστω ρηματική) στήριξη των τριών μεγάλων δυνάμεων στην κυβέρνηση του. Τέλος ανέθεσε στον Κανάρη να επανεξοπλίσει τα πανίσχυρα πλοία του Ελληνικού στόλου που είχαν λάβει μέρος στην επανάσταση και εκείνη την εποχή βρίσκονταν αγκυροβολημένα στο λιμάνι του Πόρου. Με τα πλοία αυτά σκόπευε να επιβάλλει σκληρό αποκλεισμό στα εξεγερμένα νησιά ώστε τελικώς να επιβάλλει εκ νέου την εξουσία της κυβέρνησης του.

Η επταμελής επιτροπή στην Ύδρα πληροφορήθηκε την πρόθεση του Καποδίστρια να κινητοποιήσει τον στόλο εναντίον της και μετά από σύσκεψη με την δημογεροντία της Ύδρας (Ορλάνδος, Κουντουριώτης, Μπουντούρης κτλ) αποφάσισε να δράσει κεραυνοβόλα ώστε να τον προλάβει: επιφόρτισε τον Αντώνη Κριεζή με μια μικρή δύναμη να καταλάβει τον ναύσταθμο του Πόρου και τα πλοία που ναυλοχούσαν εκεί. Ο Κριεζής κατέλαβε τον ναύσταθμο και τα πληρώματα όπως και οι κυβερνήτες των πλοίων «ΕΛΑΣ”, «ΎΔΡΑ” και «ΚΑΡΤΕΡΙΑ” προσχώρησαν αμέσως στο πλευρό των «συνταγματικών”. Μετά την επιτυχία αυτή οι «συνταγματικοί” αποφάσισαν να κάνουν ένα πιο αποφασιστικό βήμα: στις 16 Ιουλίου 1931 έφτασε στον Πόρο ο Ανδρέας Μιαούλης με 200 ναύτες και ολοκλήρωσε την κατάληψη των πλοίων με τις «Σπέτσες” του Κανάρη. Ο ίδιος ο Κανάρης τήρησε ουδέτερη στάση, ενώ στις 22 Ιουλίου οι δυνάμεις του Μιαούλη είχαν καταλάβει πλέον και την ενδοχώρα του νησιού του Πόρου. Οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι που βρίσκονταν στο νησί αποχώρησαν, ενώ οι πλοίαρχοι Ιωσήφ Φάλαγγας της «Καρτερίας” και Γ. Σαχίνης της «Ύδρας” προσχώρησαν στους κινηματίες. Ο πλοίαρχος Σαχτούρης, διοικητής του ναυστάθμου, τήρησε ουδέτερη στάση και αποτέλεσε τον σύνδεσμο μεταξύ κυβερνητικών και «συνταγματικών”. Οι κάτοικοι του Πόρου συντάχθηκαν στην συντριπτική τους πλειοψηφία με ενθουσιασμό στο πλευρό των ναυτών του Μιαούλη, με τον τοπικό οπλαρχηγό Χριστόδουλο Μέξη να προσχωρεί στους κινηματίες.

Η αναίμακτη κατάληψη του Πόρου και του συνόλου του Ελληνικού στόλου ενίσχυσε σημαντικά την θέση της Ύδρας, καθώς φάνηκε πως οι «συνταγματικοί” είχαν πλέον ισχυρά ερείσματα. Ο Καποδίστριας όμως δεν πτοήθηκε καθώς γνώριζε πως λόγω της ακινησίας τους τα πλοία δεν μπορούσαν να μετακινηθούν αμέσως. Αντέδρασε στέλνοντας ισχυρό απόσπασμα τακτικού στρατού υπό τον Π. Διαμαντίδη που κατέλαβε την απέναντι ακτή (ύψωμα Γαλατά) από το νησί του Πόρου, δύο Ρωσικά πλοία απέκλεισαν το βόρειο στόμιο του νησιού, ενώ απέστειλε επιστολές στους ξένους πρέσβεις από τους οποίους ζητούσε αρωγή για την συντριβή της «πειρατικής” αυτής ενέργειας. Η κλιμάκωση της κρίσης δεν άργησε. Περίπου 1.000 οπλίτες υπό τον Νικήτα Σταματελόπουλο παρουσιάστηκαν στην απέναντι από τον Πόρο ακτή, ενώ έκανε και την επιβλητική (αλλά και απειλητική) εμφάνιση του στην περιοχή ο Ρωσικός στόλος της Μεσογείου υπό τον ναύαρχο Ricord (φρεγάτα «Πρίγκιπας Λόβιτς”, βρίκια «Τηλέμαχος” και «Οδυσσεύς” και κλήβερ «Λούγγρο”). Ακολούθησε συνάντηση μεταξύ Μιαούλη και Ricord κατά την οποία ο Υδραίος ναύαρχος δήλωσε πως δεν σκόπευε να αντιπαρατεθεί με τον Ρωσικό στόλο, αλλά και δεν σκόπευε να παραδώσει τα παρακρατημένα πλοία μέχρι να γίνουν ελεύθερες εκλογές για νέα Εθνοσυνέλευση. Στις 23 Ιουλίου κατέφθασαν αντιπρόσωποι της Αγγλίας (Lyons αργότερα Άγγλος πρεσβευτής περιβόητος για την ανθελληνική του στάση) και της Γαλλίας (Lalande) που προσπάθησαν να φέρουν τις δύο παρατάξεις σε συμβιβασμό, κάτι όμως που στάθηκε αδύνατο, καθώς οι Υδραίοι αρνούνταν να παραδώσουν τα πλοία και να χάσουν το πλεονέκτημα που είχαν αποκτήσει. Όταν οι δύο εκπρόσωποι αποχώρησαν για να μεταβούν στον Καποδίστρια για διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν τα μικροεπεισόδια μεταξύ Ricord – Μιαούλη. Αρχικώς ο Ricord εξασφάλισε την άδεια του Μιαούλη να πλεύσουν δύο Ρωσικά πλοία («Τηλέμαχος” και «Λούγγρο”) στο Νότιο στόμιο του λιμανιού δήθεν επειδή θα αποχωρούσαν. Όταν όμως τα δύο πλοία πλησίασαν την επίμαχη περιοχή ξεκίνησαν να παρενοχλούν τα πλοιάρια που εφοδίαζαν τον Μιαούλη με νερό και τρόφιμα.

Ο Μιαούλης έστειλε αντιπρόσωπο για διαπραγματεύσεις, αλλά αυτός δεν έγινε δεκτός, αντιθέτως τον προειδοποίησαν πως όποιο πλοιάριο πλησίαζε Ρωσικό καράβι θα βυθιζόταν. Οι κυβερνητικοί προσπάθησαν να αποβιβάσουν στρατεύματα στον Πόρο, αλλά εμποδίστηκαν από τα πλοία των στασιαστών «ΣΠΕΤΣΕΣ”, «ΕΛΛΑΣ” και «ΥΔΡΑ”. Ακολούθησε στις 28 Ιουλίου εμπλοκή Ρωσικών πλοίων με τις «ΣΠΕΤΣΕΣ” κατά την οποία σημειώθηκαν απώλειες εκατέρωθεν. Οι Ρώσοι όμως πλησίασαν απειλώντας να καταλάβουν το καράβι αναγκάζοντας τους στασιαστές υπό τον υδραίο Λάζαρο Πινότζη να το ανατινάξουν, αφού το εγκατέλειψαν εγκαίρως.

Η ανατίναξη αυτή όμως έβλαψε τους «συνταγματικούς” καθώς τους παρουσίασε ως στασιαστές που καταστρέφουν τον εθνικό στόλο, ενώ και οι περισσότεροι Ποριώτες μετά την συμπλοκή με τον Ρωσικό στόλο εγκατέλειψαν τον Μιαούλη στις 29 Ιουλίου. Ο Μιαούλης αναγκάστηκε να αποσπάσει ναύτες από τις φρουρές των πλοίων για να ενισχύσει τις θέσεις του στην ξηρά, αλλά έτσι βρέθηκε σε απελπιστική κατάσταση και ζήτησε επειγόντως ενισχύσεις από την Ύδρα. Εν τω μεταξύ στο Ναύπλιο η κοινή γνώμη είχε ξεσηκωθεί κατά των στασιαστών, ο Ρώσος πρέσβης ζητούσε ηθική αποζημίωση για την μείωση που είχε υποστεί η χώρα του, ενώ ο ευνοημένος από τις τελευταίες εξελίξεις Καποδίστριας με ανακοίνωση του προανήγγειλε την αυστηρή τιμωρία των αυτουργών. Η τραγωδία έβαινε γοργά προς την λύση της. Στις 30 Ιουλίου οι κυβερνητικοί αποβίβασαν στρατιωτικές δυνάμεις στο νησί υπό τον Σουλιώτη Γεώργιο Μαλάμο. Ακολούθησαν σκληρές μάχες στις οποίες ηττήθηκαν οι κινηματίες, σκοτώθηκε ο Μέξης και οι κυβερνητικοί κατέλαβαν την πόλη του Πόρου. Την 1η Αυγούστου ο Ricord αποφάσισε να πιέσει περαιτέρω τον Μιαούλη και του διεμήνυσε ότι σε περίπτωση που δεν απέσυρε τα πλοία του από το Νότιο στόμιο του λιμανιού θα διέτασσε επίθεση. Ο Μιαούλης μέσω του Γάλλου ναυάρχου Valliante του απάντησε πως σε μια τέτοια περίπτωση θα ανατίνασσε όλο τον Ελληνικό στόλο. Ο Valliante προσπάθησε να συγκρατήσει τον Ricord προειδοποιώντας ότι ο Μιαούλης εννοούσε πάντα αυτά που έλεγε.

Ο Ricord δίστασε μπροστά στην κρισιμότητα της απόφασης, υποχώρησε ελαφρώς και απαίτησε μόνο τα πλοία του Μιαούλη να επιτρέψουν την αποβίβαση 150 ανδρών του τακτικού στρατού στον Πόρο. Ο Μιαούλης όμως το πρωί της μοιραίας Κυριακής της 1ης Αυγούστου, αρνήθηκε κατηγορηματικά ανανεώνοντας τις απειλές του, ενώ απέσυρε τα πληρώματα από τα πλοία και τοποθέτησε εκρηκτικά. Ο Valliante προσπάθησε απεγνωσμένα να εμποδίσει τον Ricord, αλλά ο τελευταίος είχε πειστεί από Έλληνες αξιωματούχους της καποδιστριακής παράταξης (Καλλέργης κτλ) ότι ο Μιαούλης δεν θα πραγματοποιούσε την απειλή του. Έτσι έλαβε την μοιραία απόφαση να στείλει το αποβατικό τμήμα των 150 ανδρών συνοδευόμενο από όλο τον ρωσικό στόλο. Ο Μιαούλης σε κακή ψυχολογική κατάσταση εγκαταλειμμένος από τους Υδραίους και παρά τις αντιρρήσεις του Κριεζή δεν δίστασε και προέβη στην ανήκουστη, πράξη της οποίας ο απόηχος κηλίδωσε το ένδοξο όνομα του: ανατίναξε αμέσως το υπέροχο δίκροτο «ΕΛΛΑΣ” με τα 64 πυροβόλα, την κορβέτα «ΎΔΡΑ”, ενώ άναψε το φυτίλι και στο ατμοκίνητο «ΚΑΡΤΕΡΙΑ” το οποίο σώθηκε κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή χάρις του Μυκονιάτη ναύτη Γ. Γαλασίδη.

Ακολούθησε η ανατίναξη του φρουρίου Χέιδεκ που επίσης είχε υπονομευθεί με εκρηκτικά από τον Υδραίο ναύαρχο. Ο Μιαούλης με τους υπόλοιπους Υδραίους αποχώρησε αμέσως από τον Πόρο και επέστρεψε στην Ύδρα όπου του έγινε θριαμβευτική υποδοχή. Όλοι οι Υδραίο συνέταξαν και υπέγραψαν μια διακήρυξη στην οποία αναλάμβαναν όλοι μαζί από κοινού την ευθύνη για την ανατίναξη του στόλου. Στην όμορφη πόλη του Πόρου που είχε μείνει άθικτη από τις καταστροφές της επανάστασης του 1821 έγιναν ανήκουστες λεηλασίες στις περιουσίες των πολιτών από κυβερνητικούς στρατιώτες που βρήκαν ευκαιρία για λαφυραγωγία, ενώ έγιναν βιασμοί και ξυλοδαρμοί. Ο Κανάρης ενημέρωσε τον Καποδίστρια για την ανατίναξη των δυο πλοίων, αναθεματίζοντας τους δράστες. Ο αποτροπιασμός της ευρύτερης κοινής γνώμης ήταν μεγάλος και σε αυτή την ευνοϊκή για αυτόν συγκυρία, ο Καποδίστριας προκήρυξε εκλογές για να συγκληθεί νέα Εθνοσυνέλευση στο Άργος. Η ανατίναξη των Εθνικών πλοίων στον Πόρο εξέθεσε την αντικαποδιστριακή αντιπολίτευση στα μάτια του Ελληνικού λαού και ενίσχυσαν εκ νέου το γόητρο του Καποδίστρια Τα αγεφύρωτα μίση όμως έφεραν και την νέα τραγωδία που σφράγισε την συγκεκριμένη ιστορική περίοδο: την δολοφονία του Καποδίστρια στις 27 Σεπτεμβρίου έξω από τον ναό του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο.

Πηγη: Ανάργυρος Φαγκρίδας, Το αντικαποδιστριακό κίνημα του Πόρου και η καταστροφή των Εθνικών πλοίων, περιοδικό «Στρατιωτική Ιστορία, εκδόσεις «Περισκόπιο”

Κωστής Βαρφής, Πόρος 1831 – Το κίνημα και οι πρωταγωνιστές του, εκδόσεις Φιλλιπότη

http://www.istorikathemata.com

Leave a Reply

You can use these tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>