Σαραντάκης Βαλάντης on Νοέμβριος 20th, 2008

Η Μάχη της Πέτρας υπήρξε η τελευταία μάχη του Αγώνα για την ελληνική ανεξαρτησία.
Έλαβε χώρα στις 12 Σεπτεμβρίου 1829 στην Πέτρα της Βοιωτίας, μεταξύ Θήβας και Λιβαδειάς. Την εποχή εκείνη ήταν μία στενή δίοδος, που σχημάτιζαν οι όχθες της Λίμνης Κωπαΐδας και το βουνό Ζαγαρά (Ελικών). Επικεφαλής των ελληνικών δυνάμεων ήταν ο Δημήτριος Υψηλάντης, που κατά περίεργη συγκυρία έθεσε τέρμα στον Αγώνα, τον οποίον είχε αρχίσει ο αδελφός του, Αλέξανδρος, με τη διάβαση του Προύθου στις 24 Φεβρουαρίου 1821.

Το καλοκαίρι του 1829, η Πελοπόννησος με τα νησιά και μεγάλο μέρος της Στερεάς Ελλάδας είχαν απελευθερωθεί. Τη διακυβέρνηση των περιοχών αυτών είχε αναλάβει με απόφαση της Εθνοσυνέλευσης ο Ιωάννης Καποδίστριας . Πρώτο μέλημα του Κυβερνήτη ήταν η δημιουργία τακτικού στρατού και η εκκαθάριση της Στερεάς Ελλάδας από τα υπολείμματα των Οθωμανών. Ο Καποδίστριας είχε πληροφορίες ότι στο μελλοντικό ελληνικό κράτος θα συμπεριλαμβάνονταν όσες περιοχές θα είχαν απελευθερωθεί δι’ ιδίων δυνάμεων.

Οι Έλληνες ήταν απογοητευμένοι με τη Συνθήκη του Λονδίνου (10/3/1829), που προέβλεπε ελληνικό κράτος με σύνορα τη γραμμή Παγασητικού – Αμβρακικού, υπό την επικυριαρχία του σουλτάνου. Όμως, το ξέσπασμα του ρωσοτουρκικού πολέμου τούς αναπτέρωσε το ηθικό, καθώς πίστευαν ότι η φορά των πραγμάτων θα ήταν διαφορετική και η εθνική ανεξαρτησία δεν θα αργούσε.

Τον Αύγουστο του 1829 ο τουρκαλβανός πολέμαρχος Ασλάν Μπέης Μουχουρδάρης, σταλμένος από τη Λάρισα με 4.000 άνδρες, προέλασε ανενόχλητος και διαμέσου Λαμίας και Θήβας έφθασε στην Αθήνα. Στόχος του, να ανεφοδιάσει τη φρουρά της Ακροπόλεως και στη συνέχεια να οδηγήσει στη Θράκη όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις για την αντιμετώπιση του ρωσικού κινδύνου. Αφού συγκέντρωσε περί τους 7.000 άνδρες, άρχισε την προς βορρά πορεία του. Μαζί του ήταν και ο Οσμάναγας Ουτσιάκαγας, επικεφαλής των τουρκικών δυνάμεων της Αττικής.

Ο Υψηλάντης είχε πληροφορηθεί έγκαιρα τις προθέσεις των Τούρκων και επέλεξε τη στενή δίοδο της Πέτρας για να εμποδίσει το πέρασμα του εχθρού, που διέθετε πυροβολικό και ισχυρές δυνάμεις πεζικού και ιππικού. Η ελληνική δύναμη εμφανίσθηκε στην περιοχή στις 28 Αυγούστου . Ανερχόταν σε περίπου 3.000 άνδρες και ήταν χωρισμένη σε 4 χιλιαρχίες. Για πρώτη, ίσως, φορά οι Έλληνες παρουσίασαν τακτικό στρατό, που οφείλεται στις στρατιωτικές μεταρρυθμίσεις του Καποδίστρια, με τη δημιουργία το 1828 του Λόχου των Ευελπίδων. Ο Υψηλάντης είχε σχέδιο για τη μάχη, προχωρώντας σε πρώτη φάση στην κατασκευή οχυρωματικών έργων.

Το απόγευμα της 10ης Σεπτεμβρίου φάνηκε, επιτέλους, ο τουρκικός στρατός, που στρατοπέδευσε σε μικρή απόσταση από τις ελληνικές δυνάμεις. Τα χαράματα της 12ης Σεπτεμβρίου το σύνολο των τουρκικών δυνάμεων κινήθηκε εναντίον των ελληνικών οχυρωματικών θέσεων. Ένα βήμα πριν από την εισπήδηση των οχυρωμάτων, οι Τούρκοι δέχτηκαν καταιγισμό πυρών από τους Έλληνες, οι οποίοι στη συνέχεια βγήκαν από τα χαρακώματα και με τα ξίφη τους επέπεσαν επί των επιτιθεμένων. Οι τουρκαλβανοί άτακτοι γρήγορα υποχώρησαν, παρασύροντας και τους υπόλοιπους Τούρκους, που κινδύνευαν να περικυκλωθούν.

Η Μάχη της Πέτρας, παρότι δεν επέφερε την τελειωτική ήττα του εχθρού, αποτελεί οπωσδήποτε λαμπρή νίκη των ελληνικών όπλων. Το ηθικό των Τούρκών καταρρακώθηκε, ενώ δεν πέτυχαν και τον στόχο τους να διαβούν το στενά. Οι απώλειες και από τις δύο πλευρές δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλες. Οι Έλληνες είχαν 3 νεκρούς και 12 τραυματίες, ενώ οι Τούρκοι άφησαν στο πεδίο της μάχης περίπου 100 νεκρούς και 4 σημαίες.

Την επομένη της μάχης (13 Σεπτεμβρίου) ο τούρκος διοικητής Οσμάναγας Ουτσιάκαγας, που ενδιαφερόταν να εκτελέσει τις διαταγές της Πύλης και να βρεθεί στη Θράκη, προσφέρθηκε να συνθηκολογήσει με τους Έλληνες, προκειμένου να περάσει τα στενά της Πέτρας. Οι Έλληνες δέχθηκαν, υπό τον όρο να παραδώσουν την περιοχή από τη Λιβαδιά ως τις Θερμοπύλες και την Αλαμάνα.

Έπειτα από διαπραγματεύσεις που κράτησαν όλη τη μέρα, η συνθήκη υπογράφηκε τη νύχτα της 13ης προς τη 14η Σεπτεμβρίου. Οι Τούρκοι θα παραχωρούσαν όλη την Ανατολική Στερεά Ελλάδα, εκτός από την Αθήνα και τη Χαλκίδα. Οι Έλληνες, από την πλευρά τους, ανέλαβαν την υποχρέωση να αφήσουν τον εχθρό να διέλθει ακωλύτως από το στενό της Πέτρας. Και εκτέλεσαν στο ακέραιο τα συμφωνηθέντα το πρωί της 14ης Σεπτεμβρίου 1829. Την ίδια ημέρα οι ηττημένοι του ρωσσοτουρκικού πολέμου, Τούρκοι, υπέγραφαν τη συνθήκη της Ανδριανουπόλεως με την οποία ουσιαστικά αναγνώριζαν την ανεξαρτησία της Ελλάδας.

Η Μάχη της Πέτρας έχει ιδιαίτερη αξία, γιατί ήταν η πρώτη και μοναδική φορά κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του ’21, που μία επίλεκτη τουρκική στρατιά συνθηκολόγησε επί του πεδίου της μάχης.

πηγή  http://viotikoskosmos.wikidot.com/machi-petras

Σαραντάκης Βαλάντης on Νοέμβριος 20th, 2008

Με το όνομα Κυθνιακά φέρονται στη νεότερη ελληνική ιστορία η εναντίον του Όθωνα στάση που συνέβη τον Φεβρουάριο του 1862 από τον λοχαγό Νικόλαο Λεωτσάκο διοικητή μικρού σχετικά στρατιωτικού τμήματος στη Σύρο.Ο επίορκος Νικόλαος Λεωτσάκος στασίασε κατά της τότε κυβέρνησης και επιβαβασθείς σε διερχόμενο πλοίο με 30 στρατιώτες υπό τις διαταγές του έσπευσε στη Κύθνο όπου και απελευθέρωσε τους εκεί εκτοπισμένους από την κυβέρνηση πολιτικούς εξόριστους, με απώτερο σκοπό να μεταβεί στη συνέχεια στη Χαλκίδα να εξεγείρει πολίτες και άλλους στρατιωτικούς ώστε να βαδίσει κατά της Αθήνας.

Τότε ο Νομάρχης Σύρου Α. Αλεξανδρόπουλος έσπευσε και ειδοποίησε τη Κυβέρνηση περί των κινήσεων και σκοπών του επίορκου λοχαγού τα σχέδια του οποίου είχαν διαρρεύσει. Αμέσως η κυβέρνηση δια του Υπουργού Ναυτικών διέταξε τον ατμομυοδρόμωνα τροχήλατο πλοίο «ΑΜΑΛΙΑ» (νεότευκτο τότε) με ένα λόχο στρατού να σπεύσει και να καταστείλει τη στάση. Ο κυβερνητικός λόχος αποβιβάστηκε πλησίον του λιμένα της Αγίας Ειρήνης στη Κύθνο, καλυπτόμενος από τον συνεχή κανονιοβολισμό του Αμαλία όπου και άρχισε κυκλοτερή προσβολή κατά των επαναστατών. Στις εκκαθαριστικές εκείνες μάχες που ακολούθησαν φονεύθηκε ο Λωτσάκος καθώς και οι πολιτικοί εξόριστοι που έφεραν οπλισμό Αγ. Σκαρβέλης και Μωραΐτίνης. Τους δε λοιπούς εξόριστους συνέλαβαν αιχμαλώτους.

Τα σκληρά όμως κυβερνητικά μέτρα που λήφθηκαν κατά των αιχμαλώτων εξήγειραν την τότε αθηναϊκή κοινή γνώμη υπέρ των στασιαστών που τιμήθηκαν μάλιστα ως ήρωες τόσο με πατριωτικά όσο και με λαϊκά επαναστατικά τραγούδια.

πηγή http://www.easypedia.gr

Σαραντάκης Βαλάντης on Νοέμβριος 20th, 2008

Με τον όρο Ιουνιανά περιγράφουμε τις βίαιες συγκρούσεις του 1863 μεταξύ ορεινών και πεδινών και που κατέληξαν στον τραγικό απολογισμό των 200 περίπου νεκρών.

Οι δύο παρατάξεις, των πεδινών και των ορεινών, δημιουργήθηκαν μετά την εκδίωξη του Όθωνα. Οι πεδινοί αποτελείτο απο οπαδούς του Αγγλικού κόμματος με επικεφαλή τον Δημήτριο Βούλγαρη ενώ οι Ορεινοί απο οπαδούς του Γαλλικού και του Ρωσικού με επικεφαλή τον Κωνσταντίνο Κανάρη. Και οι δύο παρατάξεις προσπάθησαν να ασκήσουν απόλυτη εξουσία με αποτέλεσμα σύντομα να συγκρουστούν. Οι αναταραχές αρχικά αποφεύχθησαν χάρις τον διορισμό του δικαστικού Ζηνοβίου Βάλβη στην πρωθυπουργία.

Στις 29 Απριλίου σχηματίστηκε κυβέρνηση υπο τον Μπενιζέλο Ρούφο, οπαδό των Ορεινών. Τον Ιούνιο ο Μπενιζέλος Ρούφος αντικατέστηκε δύο επιφανή στελέχοι των πεδινών, τον υπουργό στρατιωτικών Μπότσαρη και τον υπουργό ναυτικών Μπουντούρη, με τους πεδινούς Κορωναίο και Μιλτιάδη Κανάρη αντίστοιχα. Η πράξη αυτή εξόργισε την ηγεσία των πεδινών και στις 16 Ιουνίου με τη συνεργασία του λήσταρχου Κυριάκου και του 6ου τάγματος πεζικού επιτέθηκαν σε ομάδα χωροφυλακής, η οποία κυνηγούσε τον Κυριάκο, και τελούσε υπο την αρχηγία του υπουργού στρατιωτικών και αρχηγού της εθνοφρουράς Κορωναίου. Ο Κορωναίος κατάφερε και συνέλαβε τον αρχηγό του 6ου τάγματος Λεοτσάκο αλλά γρήγορα αναγκάστηκε να τον ανταλλάξει με τους υπουργούς Αλέξανδρο Κουμουνδούρο και Δημήτριο Καλλιφρονά, οι οποίοι είχαν συλληφθεί απο τους πεδινούς. Την επιούσα των γεγονότων, δηλαδή στις 19 Ιουνίου, η κυβέρνηση Μπενιζέλου Ρούφου υπέβαλλε την παραίτησή της.

Εν τω μεταξύ ο αντισυνταγματάρχης Δημήτριος Παπαδιαμαντόπουλος, διοικητής του πυροβολικού, στασίασε και προσχώρησε στις δυνάμεις των πεδινών ενώ παράλληλα οι βόρειοι κατέλαβαν καίρια σημεία στην πόλη όπως τα ανάκτορα, τους στρατώνες κ.α. Η απόπειρα του Παπαδιαμαντόπουλου να καταλάβει τα ανάκτορα στέφθηκε υπο αποτυχία αλλά είχε σαν αποτέλεσμα εκτός απο τον θάνατο 80 ατόμων, την δολοφονία του Αριστείδη Κανάρη, γιου του Κωνσταντίνου Κανάρη. Την ίδια μέρα, ο Διομήδης Κυριακός, νέος πρωθυπουργός, προσπάθησε να συνάψει ανακωχή μεταξύ των δύο αντιμαχόμενων πλευρών χωρίς όμως αποτέλεσμα. Την επόμενη μέρα συγκρούσεις ξέσπασαν και στην εθνική τράπεζα, η οποία ήταν υπο την κατοχή των πεδινών, στην Πλάκα και γενικά σε όλη την πόλη. Κατα τη διάρκεια των συγκρούσεων σημειώθηκαν κλοπές καθώς και αναίτιες δολοφονίες.

Τελικά οι συγκρούσεις σταμάτησαν με την παρέμβαση των πρεσβευτών των τριών μεγάλων δυνάμεων, οι οποίοι με τελεσίγραφό τους απαίτησαν 48ωρη εκεχειρία. Λίγο αργότερα ο Μίχος και ο Παπαδιαμαντόπουλος απο τους Πεδινους και ο Κορωναίος και ο Βαλτινός απο τους Ορεινούς υπέγραψαν συμφωνία τερματισμού των εχθροπραξιών. Την ίδια μέρα η εθνοσυνέλευση αποφάσισε την απομάκρυνση του στρατού στη Λακωνία, την κατάργηση της χωροφυλακής, της ενοφυλακής και της αστυνομίας και τον διορισμό νέας κυβέρνησης υπο τον Μπενιζέλο Ρούφο, η οποία έμεινε στην ιστορία ως κυβέρνηση του Οροπεδίου.

πηγή http://www.easypedia.gr

Σαραντάκης Βαλάντης on Νοέμβριος 20th, 2008

Τα Σιμωνιακά ήταν ένα πολιτικό και εκκλησιαστικό σκάνδαλο που ξέσπασε στην Αθήνα το 1875. Αφορούσε τη δωροδοκία δύο υπουργών της κυβέρνησης Δημητρίου Βούλγαρη από τέσσερις υποψήφιους μητροπολίτες.

Εκείνη την περίοδο είχαν μείνει κενές τρεις μητροπόλεις: της Μεσσηνίας λόγω της εκλογής του Προκοπίου του Α΄ στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, της Κεφαλληνίας και των Πατρών. Ο τότε Υπουργός των Εκκλησιαστικών Ιωάννης Βαλασόπουλος μαζί με τον Υπουργό Δικαιοσύνης και γαμπρό του Δ. Βούλγαρη Βασίλειο Νικολόπουλο δωροδοκήθηκαν από τέσσερις υποψηφίους μητροπολίτες με υψηλά χρηματικά ποσά και άλλα δώρα (μετοχές, κοσμήματα), προκειμένου να πιέσουν την Ιερά Σύνοδο να τους εκλέξει στις χηρεύουσες μητροπόλεις. Το σκάνδαλο ήρθε στο φως πολύ γρήγορα, η συναλλαγή έγινε ευρύτερα γνωστή και ξέσπασε σκάνδαλο, παρά τα διαδικαστικά εμπόδια έθεταν συνεχώς οι κατηγορούμενοι. Η επόμενη κυβέρνηση του πρωθυπουργού Χαριλάου Τρικούπη προώθησε τις ανακρίσεις για τη διαλεύκανση της υπόθεσης.

Η υπόθεση έλαβε μεγάλες διαστάσεις και συγκλόνισε την κοινή γνώμη, ενώ έγινε αφορμή για σκωπτικά σχόλια κατά της Εκκλησίας και για να κατηγορηθεί ο Αρχιεπίσκοπος εξαιτίας της στάσης του.Η Βουλή τελικά παρέπεμψε με βάση τον νέο τότε «νόμο περί ευθύνης υπουργών» στις 22 Δεκεμβρίου 1875 τους δύο Υπουργούς μαζί με τους εν τω μεταξύ εκλεγέντες μητροπολίτες Κεφαλληνίας Σπυρίδωνα Κομποθέκρα, Πατρών και Ηλείας Αβέρκιο Λαμπίρη και Μεσσηνίας Στέφανο Αργυριάδη στο Υπουργοδικείο: τον Ι. Βαλασόπουλο με τις κατηγορίες της δωροδοκίας και της εκβίασης, τον Β. Νικολόπουλο με την κατηγορία της συναυτουργίας σε δωροδοκία και τους μητροπολίτες με την κατηγορία της σιμωνίας. Οι υπουργοί μάλιστα προφυλακίστηκαν.

Η δίκη ξεκίνησε στις 26 Ιανουαρίου 1876 και ολοκληρώθηκε δύο μήνες μετά, στις 31 Μαρτίου. Συνολικά κατέθεσαν 109 μάρτυρες. Κατά τη διάρκεια της δίκης, οι δύο αλληλοκατηγορούμενοι υπουργοί έφτασαν έως του σημείου να ανταλλάσσουν ύβρεις και τελικά να γρονθοκοπηθούν. Όλοι οι κατηγορούμενοι, πλην ενός, κρίθηκαν ένοχοι κατά το κατηγορητήριο και καταδικάστηκαν: ο Ι. Βαλασόπουλος σε ποινή φυλάκισης ενός έτους, τριετή στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων και στην καταβολή 56.200 δραχμών υπέρ του πτωχοκομείου, ο Νικολόπουλος σε φυλάκιση δέκα μηνών και οι μητροπολίτες σε πρόστιμο διπλάσιο από το ποσό που ο καθένας είχε καταβάλει ως δωροδοκία. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, ο επίσκοπος της Αργολίδας Τερζόπουλος είχε δώσει στον υπουργό Εκκλησιαστικών Βαλασόπουλο 42.000 δρχ για να εξασφαλίσει την έδρα του. Ο διευθυντής της Ιερατικής Σχολής Χαλκίδος Βαρθολομαίος Γεωργιάδης έδωσε 9.000 δρχ σε μεσάζοντα για να μιλήσει στον υπουργό. Ο επίσκοπος Κομποθέκρας έδωσε στο Βαλασόπουλο 10.000 δρχ για να πάρει την έδρα, άλλα για να υπογράψει το διάταγμα τού έδωσε άλλες 8.000 δρχ. Ένας από τους μητροπολίτες αντί για χρήματα είχε δώσει ένα ζευγάρι σκουλαρίκια και μια χρυσή καρφίτσα. Κάποιοι μητροπολίτες, μάλιστα, φυλακίστηκαν μέχρι να καταβάλουν τα ποσά που τους επιδικάστηκαν ?τα οποία έφταναν συνολικά τις 92.400 δρχ, μεγάλο ποσό για τα δεδομένα της εποχής.

Η απόφαση του δικαστηρίου διαβιβάστηκε στην Ιερά Σύνοδο για να επιληφθεί της υπόθεσης από την πλευρά του Εκκλησιαστικού Δικαίου. Η Σύνοδος αποφάσισε στις 19 Απριλίου 1876 ότι δεν θεωρούσε μεν τις πράξεις αυτές σιμωνία κατά τους Ιερούς Κανόνες, έθεσε όμως παρ’ όλα αυτά τους μητροπολίτες σε τριετή αργία από κάθε ιεροπραξία. Ο τότε Βασιλικός Επίτροπος (εκπρόσωπος του Βασιλιά στη Σύνοδο, χωρίς τη σύμπραξη του οποίου δεν μπορούσε να ληφθεί καμιά απόφαση) Νικόλαος Δαμαλάς, καθηγητής Θεολογίας, αρνήθηκε να υπογράψει την απόφαση.

Το Υπουργείο Εκκλησιαστικών όμως έθεσε εκ νέου το ζήτημα στην Ιερά Σύνοδο και ύστερα από ενάμιση χρόνο, στις 19 Οκτωβρίου 1877, συνήλθε η τελευταία εκ νέου και ανέθεσε στον Επίσκοπο Φωκίδος να προτρέψει εν ονόματί της τους τρεις Αρχιερείς να υποβάλουν τις παραιτήσεις τους. Τελικά, όπως δήλωσαν στα σχετικά τους κείμενα, «οικεία βουλήσει και προαιρέσει προς κατάπαυσιν των σκανδάλων μεταξύ της Εκκλησίας και της Πολιτείας» παραιτήθηκαν στις 18 Νοεμβρίου 1877.

Τα Σιμωνιακά αποτελούσαν μέρος των πολιτικών σκανδάλων της εποχής, που χαρακτηρίστηκαν Στηλιτικά, επειδή ως «στηλίτες» κατηγορήθηκαν οι οπαδοί του Βούλγαρη, στιγματισμένοι δηλαδή κατά συνέχεια της αναγραφής ονομάτων στην ατιμωτική στήλη του αρχαίου νόμου.

Πηγή http://www.easypedia.gr

Σαραντάκης Βαλάντης on Νοέμβριος 20th, 2008

Με την λέξη Μουσουρικά περιγράφουμε τα διπλωματικά επεισόδια της περιόδου 1847-1848 μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.Στις 25 Ιανουαρίου 1847 ο Κωνσταντίνος Μουσούρος, πρέσβης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην Αθήνα, αρνήθηκε να χορηγήσει διαβατήριο στον υπασπιστή του Βασιλέως Όθωνα, Τσάμη Καρατάσο, με την αιτιολογία οτι είχε συμμετάσχει στο κίνημα της Mακεδονίας. Δύο μέρες αργότερα σε δεξίωση που γινόταν στα ανάκτωρα ο Όθων πρόσεβαλλε τον Τούρκο πρέσβη λέγοντάς του στα γαλλικά ««Nομίζω, κύριε, ότι ο βασιλιάς της Eλλάδος άξιζε περισσότερο σεβασμό»», και αποστρέφοντας στη συνέχεια το πρόσωπό του. Κατόπιν υποδείξεως του Άγγλου πρέσβη Λάιονς, ο Μουσούρος αποχώρησε απο την δεξίωση. Ο τούρκος υπουργός των εξωτερικών απαίτησε με τελεσίγραφο την δημόσια συγγνώμη του πρωθυπουργού προς τον πρέσβη τους, κάτι που φυσικά δεν έγινε δεκτό απο την ελληνική κυβέρνηση. H απόρριψή του προκάλεσε την αναχώρηση του Mουσούρου από τον Πειραιά στις 3 Φεβρουαρίου και στη συνέχεια την ανάκληση στις 30 Mαρτίου του έλληνα πρεσβευτή στην Πύλη Eμμανουήλ Aργυρόπουλου. Tον Aύγουστο του 1847 η Πύλη προχώρησε στην καθολική διακοπή των επίσημων σχέσεών της με το ελληνικό κράτος και στην ανάκληση των διαπιστευτηρίων των ελλήνων προξένων. Τελικά το επεισόδιο έληξε με την αποστολή απολογητικής επιστολής της κυβέρνησης προς το τουρκικό υπουργείο εξωτερικών και την επιστροφή του Μουσούρου στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου του 1848. Βέβαια οι σχέσεις των δυο χωρών δεν βελτιώθηκαν αφού στις 23 Aπριλίου του 1848 πραγματοποιήθηκε αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του Μουσούρου ενώ στη συνέχεια δημιουργήθηκε νέα κρίση σχετικά με την έκδοση του δράστη.

πηγη http://www.easypedia.gr

Σαραντάκης Βαλάντης on Νοέμβριος 19th, 2008

Η Μάχη των Λειβαδιών συνέβη στις 7 Φεβρουαρίου 1897  ακριβώς την επομένη της μάχης των Βουκολιών της οποίας η πλήρης επιτυχία της έκβασή της κυριολεκτικά αναπτέρωσε τόσο το ηθικό των Κρητών, όσο εμφύσησε περισσότερο τον ενθουσιασμό των Ελλήνων γενικά, αλλά και ειδικά της τότε αντιπολίτευσης και της Εθνικής Εταιρείας με μοναδική αναζήτηση τον Ελληνοτουρκικό πολέμο του 1897.

Σε απόσταση 5 χλμ. ΝΑ. του χωριού Πλατανιά (στις βόρειες προσβάσεις των Λευκών όρων της Κρήτης) υπήρχε τότε η πολύ οχυρή θέση Μονοδένδρι (250μ. υψόμετρο) και σε απόσταση 4 χλμ. ΝΑ. αυτού του λόφου υπήρχε ο μεγάλος τουρκικός στρατώνας των Λειβαδιών. Ανατολικά δε αυτού εκτείνοταν ο μεγάλος δυτικός ελαιώνας των Χανίων. Αυτό ήταν και το πεδίο της μάχης αυτής.
Μόλις έγιναν γνωστά στους Τούρκους τα αποτελέσματα από την κατάληψη του Πύργου των Βουκολιών από τους Έλληνες αμέσως τέσσερα τάγματα του οθωμανικού τακτικού στρατού ενισχυμένα με άτακτα σώματα Τουρκοκρητών, σύνολο περίπου 4.000 μαχητές, εξήλθαν από τα Χανιά και κατέλαβαν τον ελαιώνα. Ο διοικητής του ελληνικού μικτού αποσπάσματος Τ. Βάσσος περί τις 13.00 ώρα που βρισκόταν στο Μονοδένδρι όπου και τα στρατοπεδευμένα τμήματα Κρητών εθελοντών, ένα τάγμα μηχανικού, το 1ο τάγμα του 1ου συντάγματος πεζικού και ένας λόχος ευζώνων, διέταξε γενική επίθεση. Έτσι το τάγμα πεζικού που αποτελούσε το κέντρο της παράταξης επετέθηκε με ορμή κατά του στρατώνα. Συγχρόνως δεξιά (και νότια του τάγματος) τα σώματα των Κρητών υπό τον οπλαρχηγό Χατζημιχάλη και αριστερά (βόρεια του τάγματος) οι λοιπές μονάδες άρχισαν να προσβάλουν ταυτόχρονα τον ελαιώνα. Το τουρκικό πυροβολικό που μετείχε του αγώνα δεν επέτυχε δραστικά αποτελέσματα λόγω της εκ της ορμής ταχύτατες μετακινήσεις των ελληνικών τμημάτων. Έτσι πολύ γρήγορα ο μεγάλος τουρκικός στρατώνας καταλήφθηκε από το τάγμα πεζικού. Το γεγονός αυτό επέφερε κρίση στον αγώνα αφού πλέον ήταν αδύνατη η παρακολούθηση των μετακινήσεων των ελληνικών τμημάτων μέσα στον ελαιώνα. Αυτό προκάλεσε την ταχεία υποχώρηση των τουρκικών τμημάτων προς τα Χανιά. Πριν νυκτώσει η νίκη είχε στέψει τα ελληνικά τμήματα. Το ελληνικό πλέον στρατόπεδο βρισκόταν σε ασφάλεια.

Οι απώλειες του ελληνικού μικτού αποσπάσματος και των εθελοντών ήταν 100 περίπου οπλίτες, ένας βαρειά τραυματισμένος ανθυπασπιστής και τρεις νεκροί ανθυπολοχαγοί οι Δανάλης, Σαράτσογλου και Τριγγέτας. Οι δε απώλειες των Τούρκων περί τους 600 νεκρούς.

πηγή http://el.wikipedia.org

Σαραντάκης Βαλάντης on Νοέμβριος 19th, 2008

Η Μάχη των Βουκολιών που συνέβη στις 6 Φεβρουαρίου του 1897  ίσως να θεωρείται η απαρχή των πολεμικών επιχειρήσεων του Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897.Στις βόρειες προσβάσεις των Λευκών ορέων στη Κρήτη υφίσταται το χωριό Βουκολιές και παρ΄ αυτό ονομαστό οχυρό που κατείχετο από τουρκικό τακτικό στρατό (τάγμα). Απ΄ αυτό υπάρχει δρόμος που συναντά το δρόμο Κολυμπάρι – Πλατανιά περίπου 7 μόλις χλμ. από το σημείο που τότε στρατοπέδευε το μικτό απόσπασμα του Τ. Βάσσου. Συνεπώς οι επιδρομές των τουρκικών δυνάμεων με βάση το οχυρό όχι μόνο απειλούσαν το μικτό απόσπασμα που είχε ως βάση του το παραθαλάσσιο Κολυμπάρι αλλά και παρεμπόδιζαν την επικείμενη διείσδυσή του στην ενδοχώρα. Έτσι αποφασίστηκε η επίθεση κατά του οχυρού με ένα τάγμα πεζικού και ένα ουλαμό πυροβολικού. Το δε ελληνικό τάγμα ακολούθησαν και σώματα Κρητών. Η μάχη άρχισε το πρωί της 6ης Φεβρουαρίου ενώ το πυροβολικό πλησιάζοντας συνεχώς και εγγύτερα άρχισε να δημιουργεί ρήγματα στο οχυρό. Έτσι το απόγευμα όλος ο χώρος είχε σχεδόν περικυκλωθεί. Η μάχη όμως συνεχίσθηκε μέχρι τη νύκτα όπου μέρος της φρουράς του οχυρού αποτελούμενη από 250 άνδρες υπό τον φρούραρχο Φουάτ-Μπεη προσπαθώντας να διαφύγει έπεσε σε ενέδρα εθελοντικών κρητικών ομάδων δίνοντας δεύτερη μάχη σώμα με σώμα όπου ο Φουάτ και πολλοί οπλίτες του φονεύθηκαν. Στη συνέχεια η υπόλοιπη δύναμη του Φρουρίου παραδόθηκε. Οι τουρκικές απώλειες ήταν 240 περίπου νεκροί και τραυματίες ενώ του ελληνικού αποσπάσματος και των εθελοντικών τμημάτων 25 οπλίτες.Την επομένη ακολούθησε η περίφημη και ένδοξη μάχη των Λειβαδιών.

πηγή http://el.wikipedia.org

Σαραντάκης Βαλάντης on Νοέμβριος 19th, 2008

H Δημοκρατία της Δυτικής Θράκης  ήταν ένα μικρό, προσωρινό κράτος που ιδρύθηκε στην Δυτική Θράκη από τις 31 Αυγούστου έως τις 25 Οκτωβρίου του 1913. Το κράτος περιλάμβανε όλη την Δυτική Θράκη, από τον Έβρο μέχρι τον Νέστο ποταμό, συμπεριλαμβανομένης της βουλγαρικής Ροδόπης στα βόρεια και στα νότια έφτανε στο Αιγαίο Πέλαγος. Η συνολική έκταση του έφτανε τα 8.578 χλμ².

Ιδρύθηκε ως αποτέλεσμα μίας επανάστασης των Τούρκων και Πομάκων της περιοχής ενάντια στα βουλγαρικά κατοχικά στρατεύματα. Ο σκοπός ίδρυσης του κράτους ήταν η ένταξη του, αργότερα, στην Τουρκία.

πηγή http://el.wikipedia.org

Σαραντάκης Βαλάντης on Νοέμβριος 19th, 2008

Η Μάχη του Σαρανταπόρου ή μάχη των στενών της Πέτρας αποτελεί την πρώτη πολεμική επιχείριση της Ελλάδας στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο. Έλαβε χώρα στις 9 Οκτωβρίου του 1912 στα Στενά του Σαραντάπορου. Μετά τη σύγκρουση της πρώτης μέρας, οι τουρκικές δυνάμεις συμπτύχθηκαν προς τα Σέρβια, αφήνοντας στα χέρια του ελληνικού στρατού αρκετό υλικό και λίγους αιχμαλώτους. Οι ελληνικές δυνάμεις έπειτα από ισχυρή αντίσταση των τουρκικών δυνάμεων, πέτυχαν μια σημαντική νίκη η οποία άνοιξε το δρόμο για την απελευθέρωση της Μακεδονίας.

Σύμφωνα με τον τύπο της εποχής ,το πρωί της 9 Οκτωβρίου 1912 ο Ελληνικός στρατός προέλασε στην διάβαση του Σαρανταπόρου την οποία οι Τούρκοι εγκατέλειψαν, φοβούμενοι μην κυκλωθούν, και υποχώρησαν προς τα Σέρβια . Οι πρώτες Ελληνικές προφυλακές έφτασαν στα στενά της πέτρας στις 10 ώρα , οι πρώτοι πυροβολισμοί έπεσαν από την πλευρά των Τούρκων οι οποίοι είχαν αποφασίσει να αντισταθούν εκεί. Όταν κατέφθασε και ο υπόλοιπος Ελληνικός στρατός ανεπτύχθη σε θέση μάχης και άρχισε να βάλει κατά των Τούρκικων θέσεων, ταυτόχρονα έβαλε και το Ελληνικό πυροβολικό . Η μάχη διεκόπη την νύχτα και συνεχίστηκε και την επόμενη μέρα , μετά την κατάληψη της γέφυρας άρχισε και η υποχώρηση των Τούρκων προς τα Σέρβια . Το απόγευμα της ίδιας ημέρας οι Τούρκοι υποχωρούν προς την Κοζάνη καταδιωκόμενοι από τον Ελληνικό στρατό. Στις 11 Οκτωβρίου η μάχη είχε λήξει και το απόγευμα οι Ελληνικές οπισθοφυλακές έμπαιναν στα Σέρβια απελευθερώνοντας τα και τυπικά. Στα Σέρβια εγκαταστάθηκε προσωρινά το Στρατηγείο και το γενικό επιτελείο.

πηγή http://el.wikipedia.org

Σαραντάκης Βαλάντης on Νοέμβριος 19th, 2008

Η Μάχη του Σκρα θεωρείται μια από τις σημαντικότερες νικηφόρες μάχες του ελληνικού στρατού στη διάρκεια του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου.Συγκεκριμένα κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η περιοχή του Σκρά της ομώνυμης σήμερα περιοχής στο Νομό Κιλκίς είχε οργανωθεί αμυντικά από τους Βουλγάρους οι οποίοι και παρενοχλούσαν τα Συμμαχικά στρατεύματα ιδίως στην δυτική, του Αξιού ποταμού, περιοχή. Έτσι αποφασίσθηκε από τον Γάλλο επικεφαλής, αρχιστράτηγο Γκυγιωμά η κατάληψη της περιοχής από μονάδες του ελληνικού Σώματος Στρατού Εθνικής Αμύνης, διοικητής των οποίων ήταν ο αντιστράτηγος Εμμανουήλ Ζυμβρακάκης. Η επίθεση διεξάχθηκε από πέντε συνολικά συντάγματα πεζικού, το 5ο και το 6ο της Μεραρχίας Αρχιπελάγους (υπό τον υποστράτηγο Ιωάννου), πλαισιώμενα δεξιά (Α) από το 7ο και 8ο της Μεραρχίας της Κρήτης (υπό τον υποστράτηγο Σπηλιάδη) και αριστερά (Δ) από το 1ο σύνταγμα της Μεραρχίας των Σερρών (υπό τον υποστράτηγο Επαμ. Ζυμβρακάκη), με συνολικό αριθμό 14.546 μαχητές πεζικού, υποστηριζόμενοι από 287 βαρέα και ελαφρά πυροβόλα. Οι Βούλγαροι διέθεταν επίσης πέντε συντάγματα πεζικού υποστηριζόμενα από ισχυρό βαρύ και ελαφρό πυροβολικό.

Στις 16 Μαΐου/29 Μαΐου του 1918 και από της 5ης ώρας πρωινής άρχισε η προπαρασκευή του ελληνικού πυροβολικού για την καταστροφή των διαφόρων αμυντικών εγκαταστάσεων ενώ τα συντάγματα που ήταν έτοιμα για την επίθεση εξόρμησαν το πρωί της επομένης (17 Μαΐου) καλυπτόμενα από κινητό φραγμό του πυροβολικού. Η Βουλγαρική αντίδραση ήταν επίσης ισχυρή πλην όμως η ορμή του ελληνικού στρατού ήταν τόση που υπερφαλάγγισε την βουλγαρική αντίσταση και στις 06.30 το Σκρα είχε καταληφθεί. Βέβαια οι Βούλγαροι υπερασπίσθηκαν με πείσμα τις θέσεις τους και το απόγευμα της 17ης Μαΐου επεχείρησαν λυσσώδεις αντεπιθέσεις ιδίως κατά του 5ου Συντάγματος πεζικού της Μεραρχίας της Κρήτης που όλες όμως και τελικά αποκρούσθηκαν.

Οι απώλειες όμως υπήρξαν βαρύτατες. Ο συνολικός αριθμός των απωλειών του ελληνικού στρατού ήταν νεκροί: 29 Αξιωματικοί και 412 οπλίτες, ενώ τραυματίες: 69 Αξιωματικοί και 2135 οπλίτες. Το μεγαλύτερο αριθμό απωλειών είχε η Μεραρχία Αρχιπελάγους με Αξιωματικούς νεκρούς 24 , τραυματίες 54 και οπλίτες νεκρούς 314 και τραυματίες 1723.Οι ελληνικές Μεραρχίες παρά τις βουλγαρικές αντεπιθέσεις διατήρησαν το κατακτηθέν έδαφος. Αιχμαλώτισαν 2.045 Βουλγάρους και περιήλθαν σ΄ αυτές ως λάφυρα 32 πυροβόλα και 12 βομβοβόλα χαρακωμάτων του εχθρού.

Η «Νίκη του Σκρα» όπως αναφέρεται στην ελληνική στρατιωτική ιστορία εξέπληξε τόσο τους συμμάχους όσο και τους εχθρούς. Με δεδομένο τη πολύ καλή οχύρωση των βουλγαρικών δυνάμεων που υποστηριζόταν με πολυάριθμο πυροβολικό, η θέση τους θεωρούταν απρόσβλητη και ύστερα μάλιστα από την αποτυχία που είχε σημειώσει ένα χρόνο πριν, τον Μάρτιο του 1917, η 122α γαλλική Μεραρχία στη προσπάθειά της να την εξουδετερώση. Κανείς από τους συμμάχους δεν περίμενε να δει να διασπάται από την ορμή των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων μια τέτοια οχύρωση σ΄ ένα μέτωπο μήκους 12 χλμ και βάθος 1-2 χλμ με συνέπεια τη πλήρη κυριαρχία. Η Βουλγαρική διοίκηση παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες επανακατάληψης και τις σφοδρές αντεπιθέσεις της δεν κατάφερε να επανακτήσει τις θέσεις της.

Η δε Γαλλική διοίκηση διαπίστωσε επίσης πως αν τελικά ο ελληνικός στρατός περιοριζόταν απ΄ την αρχή, μόνο στη κατάληψη της προεξοχής των βουλγαρικών θέσεων της Χούμας ίσως το αποτέλεσμα να είχε δώσει ακόμη και σημαντικά στρατηγικά αποτελέσματα. Η νίκη του Σκρα θεωρήθηκε ισχυρότατο πλήγμα για τους Βουλγάρους και μέγα κατόρθωμα του ελληνικού στρατού. Συγκεκριμένα ο αρχιστράτηγος των συμμαχικών δυνάμεων στρατηγός Γκυγιωμά, που είχε εν τω μεταξύ αντικαταστήσει τον στρατηγό Σαράιγ από τον προηγούμενο Δεκέμβριο, χαρακτήρισε το ελληνικό πεζικό ως «πεζικό απαράμιλλης ανδρείας και έξοχης ορμητικότητας».

πηγή http://el.wikipedia.org